Κάποιο καλοκαίρι του ’90, όταν ήμουν ακόμα στο γυμνάσιο, αντί για τις παραλίες περνούσα τα πρωινά μου στο δικηγορικό γραφείο του μπαμπά μου για πρακτική εξάσκηση, μια που με προόριζε για διάδοχό του, άλλο που του το ’σκασα και βρέθηκα στην «κονσομασιόν» και τα «πανηγύρια», όπως αποκαλούσε ο ίδιος τις δημόσιες σχέσεις και τη διοργάνωση εκδηλώσεων αντίστοιχα.

Ενα μεσημέρι, λοιπόν, μεταφέροντας σκονισμένους φακέλους δικογραφιών από το ένα γραφείο στο άλλο, βλέπω καθισμένη στο χώρο αναμονής μια ύπαρξη βγαλμένη από ταινία τρόμου. Το πρόσωπό της ήταν καταγδαρμένο και καλυμμένο με ξεραμένο αίμα και Betadine, ενώ μακριές χοντρές τούφες από μαλλιά ήταν κολλημένες με UHU πάνω στο τσουρομαδημένο, ημίγυμνο κρανίο της. Δεν μου μίλησε και δεν της μίλησα, εκείνη μάλλον γιατί ντράπηκε κι εγώ γιατί αφενός δεν τη γνώρισα και αφετέρου είχα καταπιεί τη γλώσσα μου από το σοκ. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ήταν η μαμά συμμαθήτριάς μου από το νηπιαγωγείο, μια καλλονή φτυστή η Μπο Ντέρεκ που από την αρχικουτσομπόλα μαμά της τάξης φημολογούνταν ότι απέκτησε τη συμμαθήτριά μου με κάποιον παντρεμένο που την παράτησε και εν συνεχεία τη μεγάλωνε συνάπτοντας κατά συρροή σχέσεις με άλλους, εξίσου παντρεμένους, που τη συντηρούσαν. Κάποια απατημένη σύζυγος προφανώς αποφάσισε ότι δεν επιθυμούσε να μοιραστεί ούτε τον άνδρα της ούτε την περιουσία του με την «Μπο Ντέρεκ» και την έκανε Γλόμπο Ντέρεκ.

Το περιστατικό αυτό, που φυσικά εξασφάλισε εφ’ όρου ζωής το μηδενικό ερωτικό ενδιαφέρον μου για όλους τους παντρεμένους, αποτελεί μια ακραία περίπτωση γυναικείας επιθετικότητας που ευτυχώς συναντάται μόνο κατ’ εξαίρεση. Κατά τα άλλα, σε αντίθεση με τους άνδρες που από μικρά παιδιά ψάχνουν ευκαιρία για να πλακωθούν στην αλάνα, οι γυναίκες έχουν άλλη αγαπημένη ασχολία, που δεν τους χαλάει και τα νύχια. Την άσκηση κριτικής στις υπόλοιπες γυναίκες.
Μια φαινομενικά ανώδυνη δραστηριότητα που, αναλόγως την ένταση και το αν το θύμα της είναι παρόν ή κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, ονομάζουμε από κουτσομπολιό ή θάψιμο μέχρι ξεμάλλιασμα. Και ο μοναδικός λόγος που μιλάμε αποκλειστικά για γυναίκες και όχι για όλα τα θηλυκά της πλάσης είναι ότι τα υπόλοιπα είδη δεν έχουν κατακτήσει ακόμα την ικανότητα του λόγου.
Αλλιώς, δεν θες να ξέρεις τι θα έσερνε η σκυλίτσα μου η Μελίνα στη 
Sugarτης γειτόνισσας που το παίζει αριστοκράτισσα λόγω Pedigree και τη σνομπάρει συστηματικά στη βόλτα. Επίσης, ο λόγος που μιλάμε για γυναικείο ξεμάλλιασμα πηγάζει μεν αλλά δεν περιορίζεται στο φαινόμενο της ανδρικής φαλάκρας. Η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά, ακριβώς για να διαχωρίσει ως είδος τη γυναικεία κόντρα από την ανδρική. Δεν είναι ότι οι άνδρες δεν έχουν διαφορές, αλλά ότι για να τις λύσουν επιστρατεύουν μεγέθη ποσοτικά. Ποιος έχει μεγαλύτερο μπόι, περισσότερα μούσκουλα, περισσότερα χρήματα, περισσότερη εξουσία, γιατί όχι και περισσότερα μαλλιά. Ενώ οι γυναίκες, λόγω της πιο comme il faut φύσης και του περιορισμού τους στα οικοκυρικά για κάμποσους αιώνες, δεν έχουν αντικειμενικά μετρήσιμα χαρακτηριστικά να συγκρίνουν και για να επιβεβαιωθεί η υπεροχή τους πρέπει την αντίπαλο να την εκμηδενίσουν ποιοτικά, πράγμα που χρειάζεται μεθόδευση, επιμονή, υπομονή και σατανική ευφυΐα.

Κορυφαίο όπλο στο γυναικείο εμφύλιο αποτελεί από αρχαιοτάτων χρόνων η ηθική απαξίωση. Παρακολουθούσα τις προάλλες την Ευγενία Δημητροπούλου στο ρόλο της Στέλλας Βιολάντη, γνωστής ηρωίδας του Γρηγορίου Ξενόπουλου, που σε μια σκηνή καταδικάζει τη γειτόνισσά της που «ξεπόρτισε», που το ’σκασε δηλαδή από το σπίτι της για να παντρευτεί τον άνδρα που επέλεξε η καρδιά της κόντρα στην επιθυμία του πατέρα της.
Παρότι στην ίδια κατάσταση ακριβώς και η Στέλλα, κάλλιο το ’χε να θανατωθεί, όπερ και εγένετο τελικά, παρά να ξεπορτίσει, και την πέρασε την άλλη τη φτωχιά γενεές δεκατέσσερις. Μια σύγχρονη γυναίκα, σκέφτηκα, θα επικροτούσε τη συμπάσχουσα συντρόφισσα που με κόστος την υπόληψή της επέλεξε να ανοίξει το δρόμο για την ελευθερία. Δυστυχώς, όμως, ακόμα και σήμερα στη λίστα των γυναικείων προτεραιοτήτων προηγείται το κράξιμο και έπεται η ελευθερία.

Κι αυτό θα αρκούσε ίσως αν οι γυναίκες εξακολουθούσαν να επαγγέλλονται ή νοικοκυρές ή εταίρες. Τώρα που έχουν και κανονικές δουλειές, βάρδα μην καταφέρει κάποια να σηκώσει κεφάλι και ανέβει στην ιεραρχία. Αντί να πανηγυρίζει σύσσωμο το sisterhood για την επιτυχία της, πέφτει στα Lexotanil ο φεμινισμός και η μόνη περίπτωση να μην του κάθισε η νέα διευθύντρια του αφεντικού είναι να ανήκουν στο ίδιο σόι.
Τι κι αν διαθέτει πτυχία και μεταπτυχιακά, τι κι αν έχει χρόνια προϋπηρεσίας στην πλάτη της; Μήπως κι αυτά με την αξία της τα πήρε; Που εμφανιζόταν στην εξεταστική σαν να γυρνούσε από σκυλάδικο της εθνικής; Και μας κουνιέται τώρα με την εταιρική Μερσεντέ, που δυο χρόνια πριν κυκλοφορούσε με τρύπια καλσόν και ξεβαμμένα νύχια; Τι σχέση έχουν, θα μου πεις, τα καλσόν και τα νύχια με τη θέση της διευθύντριας. Καμία. Και δεν χρειάζεται και να έχουν για να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα, αρκεί να συμπληρώνουν τη γενική απαξιωτική εικόνα.

Και μετά τα επαγγελματικά, τώρα που γνωριστήκαμε καλύτερα, ας πάμε και στα προσωπικά. Δεν έχεις άνδρα; Είσαι ανταγωνισμός για τις ελεύθερες και απειλή για τις παντρεμένες, εν ολίγοις τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά για σένα. Ενδέχεται να τη γλιτώσεις μόνο αν διαθέτεις μέτρια εμφάνιση και αδιάφορη δουλειά και περάσεις απαρατήρητη. Είσαι ελεύθερη και είτε επαγγελματικά επιτυχημένη και καλλονή; Είσαι η τυπική ανδροφάγα. Εσύ και οι όμοιές σου φταίτε που όλοι οι άνδρες έχουν γίνει αδερφές.
Τρομάζεις με την ύπαρξή σου τα αρσενικά που ή φοβούνται να σε πλησιάσουν ή βγαίνουν από τη σχέση τους μαζί σου ευνουχισμένα και όχι μόνο αυτό, αλλά τρομάζεις και τα υπόλοιπα θηλυκά που θα τα συγκρίνουν μαζί σου οι λίγοι άνδρες που απέμειναν (ναι, αυτοί που δεν σε πλησιάζουν και οι ευνούχοι, έχουμε οξύμωρο σχήμα εδώ). Είσαι ελεύθερη, επιτυχημένη και ταυτόχρονα καλλονή; Μα φυσικά. Πού να προλάβεις να παντρευτείς γυρίζοντας από κρεβάτι σε κρεβάτι. Ακλαφτη θα πας, μισητή, σαφρακιασμένη γεροντοκόρη.

Κι αν νομίζεις ότι για τις παντρεμένες τα πράγματα είναι καλύτερα, πλανάσαι πλάνην οικτρά. Εδώ ανεβαίνουμε πίστα και επιβεβαιώνεται η άβυσσος της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. Είσαι ευτυχισμένη στο γάμο σου; Σιγά μην είσαι. Η δήθεν τελειότητά του είναι περίτρανη απόδειξη ότι είσαι δυστυχής και προσποιείσαι για να κομπλεξάρεις τις υπόλοιπες, αφού είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι ευτυχισμένος γάμος δεν υπάρχει. Αρα, Σούζυ μου, και ψεύδεσαι και (μάλλον κέρατο) τρως.
Είσαι δυστυχισμένη, κακοποιημένη, προδομένη, χωρισμένη; Συγχαρητήρια, είσαι το αγαπημένο θέμα συζήτησης στις γυναικείες συναθροίσεις. Αν έχει ίντριγκα η ιστορία σου, είσαι απλώς το πικάντικο μπαχαρικό στα καθημερινά τους φασολάκια. Αν έχει δράμα, είσαι η ευκαιρία να αποκαλύψουν τη συμπονετική ψυχή και τη βαθιά γυναικεία αλληλεγγύη τους στις υπόλοιπες, άλλο που για να τη δείξουν σ’ έχουν κάνει βούκινο σε όλα τα παιδικά πάρτυ. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι είτε είσαι θύτης είτε θύμα, στο τέλος θα αποδειχτεί περίτρανα ότι φταις. Κι αν δεν καταφέρουν να εντοπίσουν γιατί ακριβώς φταις, θα φταις που διάλεξες το συγκεκριμένο άνδρα. Διότι το φταίξιμό σου είναι ζωτικής σημασίας για να καταλαγιάσει η αγωνία των υπολοίπων ότι μπορεί να πάθουν τα ίδια.

Είπα όμως παιδικά πάρτυ και θυμήθηκα την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κατηγορία των μαμάδων, που ήδη από την έναρξη της εγκυμοσύνης τους μεταμορφώνονται σε λατρεμένο κινούμενο στόχο για όλες τις υπόλοιπες. Κι αν νομίζεις ότι μιλάμε μόνο για όσες δεν έχουν παιδιά, σε πληροφορώ ότι τα πιο βιτριολικά βέλη τα εκσφενδονίζουν οι υπόλοιπες μαμάδες και μάλιστα με πάθος. Διότι όσες δεν έχουν παιδιά, αν μη τι άλλο έχουν το ελαφρυντικό ότι δεν οίδασιν τι ποιούσιν. Ναι, τις ενοχλεί το σκασμένο σου που έχει γκανιάσει στο κλάμα μέσα στο αεροπλάνο και, ναι, τη στραβώνουν την καλοκοιμισμένη μούρη τους, αλλά πιθανόν να μη γνωρίζουν ότι το μοντελάκι σας δεν βγαίνει με σιγαστήρα ή ότι παραδόξως απαγορεύεται να ταξιδέψει στις αποσκευές. Τόσα ξέρουν, τόσα καταλαβαίνουν. Οι άλλες, όμως, οι μανούλες, πάσχουν από τελείως διαφορετικό σύνδρομο.
Η επιτυχημένη αναπαραγωγή του είδους τους φαίνεται να θεωρούν ότι συνοδεύτηκε ανεπίσημα από πτυχίο Παιδιατρικής και Παιδοψυχολογίας, καθώς επίσης και από την ιερή υποχρέωση προστασίας των απανταχού παιδιών γενικώς, κυρίως από τις ίδιες τις μητέρες τους, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν φαίνεται να βγήκαν με τα ίδια προσόντα από το μαιευτήριο. Ιδανικά θα επιθυμούσαν να μεγαλώνουμε όλες μαζί τα παιδιά μας, ομαδικά, με επικεφαλής τις ίδιες, αφού οι υπόλοιπες όχι απλώς δεν ξέρουμε την τύφλα μας, αλλά φαίνεται ότι δεν τα πολυγουστάρουμε κιόλας τα σπλάχνα μας. Μαμάδες που δεν θηλάζουν, που δεν κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι με τα παιδιά τους, που τα αφήνουν να κλάψουν, που τα αφήνουν στις νταντάδες για να ξεπορτίσουν τα βράδια, που τους επιτρέπουν να τρώνε ζάχαρη και σοκολάτες, ανεύθυνες, επικίνδυνες μαμάδες που καθιστούν χρέος των υπολοίπων να τις ξεμπροστιάζουν και να τις διαπομπεύουν με κάθε ευκαιρία.

Πρόσφατα βρέθηκα για πολλοστή φορά σε κλασικό γυναικείο πηγαδάκι που απολάμβανε το κρασάκι του συζητώντας για μια γνωστή μας «προβληματική περίπτωση». Φαίνεται, όμως, ότι το συγκεκριμένο κρασάκι μου έπεσε κάπως βαρύ και αναρωτήθηκα άξαφνα για πόσα πηγαδάκια μπορεί να είμαι εγώ η «προβληματική περίπτωση», πόσες επιλογές ή συμπεριφορές μου μπορεί να αναλύονται από ένα μάτσο άσχετες που ιδέα δεν έχουν για τα κίνητρα, τους περιορισμούς, τις σκέψεις ή τα συναισθήματά μου, πόσες προκαταλήψεις και πόσα στερεότυπα επιβεβαιώνω καθημερινά στα μάτια τους εν αγνοία μου, πόσο εξωφρενικά άδικο είναι όλο αυτό τελικά και ποιος να είναι άραγε ο λόγος που το έχω κάνει κι εγώ επανειλημμένα με τόση ευκολία. Και κατέληξα στην αρχική μου διαπίστωση, ότι πίσω από κάθε κουτσομπολίστικο γυναικείο πηγαδάκι κρύβεται ουσιαστικά η αγωνία των μελών του να μην πέσουν μέσα. Η αγωνία τους, δηλαδή, για τη δική τους επάρκεια.

Ασκώντας κριτική στις επιλογές των άλλων ψάχνουμε ουσιαστικά επιβεβαίωση για την ορθότητα των δικών μας επιλογών με τις συνέπειες των οποίων, άλλωστε, θα αναγκαστούμε να ζήσουμε. Την αλήθεια των άλλων ούτε θα τη μάθουμε ποτέ ούτε και πραγματικά μας ενδιαφέρει γιατί άλλες επιθυμίες, άλλα όνειρα κι άλλες ανάγκες έχει κάθε γυναίκα και δεν θα μπορέσει ποτέ πραγματικά να μετρηθεί ποια είναι καλύτερη και ποια χειρότερη. Το μόνο που θα μετρήσει τελικά είναι το πόσους προσωπικούς στόχους θα μπορέσει να ικανοποιήσει η καθεμιά και πόσο ευχαριστημένη και περήφανη θα είναι για την πορεία και τις αναμνήσεις της στο «διά ταύτα».
Και αυτή η πραγματικότητα, με όλη την τεράστια αγωνία που εμπεριέχει, θα μπορούσε ίσως να γίνει ο κοινός παρονομαστής που θα μας ενώσει ψυχικά, ώστε να γίνουμε κάποτε πραγματικό στήριγμα η μία για την άλλη. Αν αποδεχτούμε ότι όλες μας βράζουμε, έστω και σε τελείως διαφορετικά καζάνια, μπορεί και να καταφέρουμε αντί να μαχαιρωνόμαστε πισώπλατα να κοιταζόμαστε στα μάτια με επιείκεια και ειλικρινές αίσθημα γυναικείας αλληλεγγύης. Ή και όχι. Γιατί η πικρή αλήθεια είναι ότι παρά την τόση φιλοσοφική ενδοσκόπηση, το γνήσιο θηλυκό μέσα μου εξακολουθεί να επιθυμεί διακαώς να γνωρίσει κάποτε την κυρία που κατέβασε τα μούτρα της «Μπο Ντέρεκ», έτσι για να τη συγχαρεί και να της σφίξει συναδελφικά το χέρι.

 

ΠΗΓΗ