Με ένα «no comment» από την πλευρά του γαλλικού πολυεθνικού ομίλου καλλυντικών L’Oreal επιχειρήθηκε να σιγάσει ο θόρυβος που δημιουργήθηκε στην Αθήνα μετά την παραδοχή του Ελληνα πρωθυπουργού, Αλ. Τσίπρα, πως κατά το πρόσφατο ταξίδι του στη Γαλλία η ατζέντα της συνάντησής του με τον πρόεδρο του ομίλου, Ζαν-Πολ Αγκόν, περιελάμβανε μπίζνες στην Ελλάδα.

Οι εταιρίες -εγχώριες, διεθνείς, πολυεθνικές και κάθε τύπου- είθισται να μη σχολιάζουν, ούτε να αφήνουν διαρροές για τις υπό διαπραγμάτευση επιχειρηματικές τους κινήσεις, προτού αυτές οριστικοποιηθούν. Είναι, δε, ασυνήθιστο οι προθέσεις τους να φωτογραφίζονται από πολιτικούς… Ωστόσο, ανεξαρτήτως των εκατέρωθεν απαντήσεων εκ μέρους του ιδιωτικού ομίλου και του πρωθυπουργικού γραφείου, υπάρχει και «φωτιά» και «καπνός».

Το αντικείμενο ενδιαφέροντος του διεθνούς ομίλου καλλυντικών στην Ελλάδα -σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες- είναι η εταιρεία φυσικών καλλυντικών Apivita, μιας αμιγώς ελληνική εταιρεία που υπηρετεί με μεγάλη πιστότητα το concept του φυσικού καλλυντικού, έχοντας δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο και αξιοπρόσεκτο concept, το οποίο έχει ήδη μιας μικρής έκτασης διεθνή παρουσία.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι επαφές της L’Oreal με την ελληνική Apivita, η οποία ελέγχεται από την οικογένεια Κουτσιανά, ξεκίνησαν στα τέλη του 2016, με αντικείμενο την εξαγορά της από τον γαλλικό πολυεθνικό κολοσσό. Η εταιρεία Apivita -η οποία δεν επιβεβαιώνει, αλλά και δεν προχωρά σε διάψευση των παραπάνω πληροφοριών- παραδέχεται ότι αναζητά εδώ και χρόνια τη στήριξη στρατηγικού συνεργάτη με στόχο την υποστήριξη της ανάπτυξής της σ’ ένα περιβάλλον εξόχως ανταγωνιστικό. Θα πρέπει, δε, να τονιστεί ότι ο επικεφαλής της Apivita, Νίκος Κουτσιανάς, ανήκει στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς και δεν έκρυψε ποτέ τη συμπάθειά του για τον ΣΥΡΙΖΑ. Και η συγκυρία το έφερε για το φημολογούμενο deal να έγιναν και συζητήσεις σε ανώτατο επίπεδο με την παρουσία του Ελληνα πρωθυπουργού.

Το αν ο «καπνός» γίνει «λευκός» και τελικώς ευοδωθεί η εξαγορά ή η στρατηγική συνεργασία της Apivita από την L’Oreal είναι προφανώς θέμα επιχειρηματικής διαπραγμάτευσης. Πάντως, το γκρούπ L’Oréal -που διαχειρίζεται διάφορα brands καλλυντικών- εξετάζει την πώληση της αλυσίδας λιανικής πώλησης The Body Shop, σε μια κίνηση που ίσως την οδηγήσει στο να εγκαταλείψει τη βρετανική εταιρεία προϊόντων προσωπικής φροντίδας, την οποία απέκτησε πριν από δέκα και πλέον χρόνια, σύμφωνα με δημοσίευμα των «Financial Times», γεγονός που υποδεικνύει πως το γκρουπ βρίσκεται σε φάση αναδιάρθρωσης του χαρτοφυλακίου του. Σημειώνεται ότι η Body Shop, με 3.000 καταστήματα σε 66 χώρες, έχει λανσαριστεί ως μια fair trade αλυσίδα φυσικών καλλυντικών. Οι πωλήσεις της, ωστόσο, διαρκώς μειώνονται, ενώ το brand της θεωρείται «ξεπερασμένο».

Κατά το παρελθόν, η Apivita έχει καθίσει πολλές φορές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με διάφορους ενδιαφερομένους. Πληροφορίες αναφέρουν πως υπήρξαν επαφές με Αμερικανούς επενδυτές, προσέγγιση ελληνικών ομίλων για συνεργασία, ενώ η πλέον πρόσφατη και προχωρημένη συζήτηση διεξαγόταν με ελληνικό εισηγμένο όμιλο. Η επικοινωνία των δύο εγχώριων πλευρών υπήρξε αρκετά προχωρημένη, αφορούσε δε το 60% της Apivita, ωστόσο «ανακόπηκε» όταν η πλευρά της Apivita έθεσε όριο στο «βάθος» όπου μπορούσε να φθάσει το due diligence, το οποίο απαιτούσε να διεξαχθεί η πλευρά της ελληνικής εν δυνάμει εξαγοράστριας εταιρείας.

Η εταιρεία ιδρύθηκε πριν από 37 χρόνια, από την «τρέλα» της Νίκης και του Νίκου Κουτσιανά, δύο Ελλήνων φαρμακοποιών, οι οποίοι επένδυσαν στις έννοιες της αειφορίας και της αξιοποίησης της ελληνικής χλωρίδας. Δημιούργησαν το brand Αpivita, το οποίο έμελλε να παίξει τον δικό του ρόλο στο δίκτυο του ελληνικού φαρμακείου, αλλά και να αξιώσει χώρο στη διεθνή αγορά.

Η ελληνική αγορά καλλυντικών φαρμακείου, πάντως, καλύπτει μόλις το 7% της εγχώριας ζήτησης, ενώ οι διεθνείς αγορές αποδεικνύονται ένα «δύσκολο» στοίχημα για ελληνικές εταιρείες, με περιορισμένους πόρους και διοικητικές αδυναμίες. Είναι χαρακτηριστικό πως η Apivita επένδυσε στις ΗΠΑ χωρίς ανταπόδοση, ενώ οι μειοψηφικές συμμετοχές μεγαλύτερων ομίλων στο μετοχικό της κεφάλαιο (π.χ., Notos Com) δεν οδήγησαν στο scale up που ευαγγελιζόταν η ηγετική ομάδα της εταιρείας.

Ανάκαμψη και ενδυνάμωση μεγεθών το 2016

Στο διά ταύτα, το 2016 -σύμφωνα με πηγές εκ μέρους της Apivita- σημειώθηκε αύξηση μεγεθών, ύστερα από ένα «οδυνηρό» 2015. Ετσι, στη χρήση του 2016, η εταιρεία τερμάτισε με κύκλο εργασιών της τάξης των 37 εκατ. ευρώ περίπου, έναντι 32,3 εκατ. ευρώ περίπου που εμφάνισε το 2015.

Σχεδόν το 30% του κύκλου εργασιών της προήλθε από το εξωτερικό (12 εκατ. ευρώ πωλήσεις), με τη θυγατρική της Ισπανίας να πραγματοποιεί πωλήσεις της τάξης των 7 εκατ. το 2016. Βελτίωση αναφέρει η εταιρεία ότι παρουσίασε και σε επίπεδο λειτουργικής κερδοφορίας, καθώς τα κέρδη EBITDA διαμορφώθηκαν στα 5,8 εκατ. ευρώ, από 4,7 εκατ. ευρώ το 2015.

Σημειώνεται ότι η εταιρία στην περασμένη χρήση του 2015 ολοκλήρωσε τρεις νέες τροποποιήσεις υφιστάμενων κοινοπρακτικών ομολογιακών δανείων, που έχουν εκδοθεί με τις πέντε ελληνικές τράπεζες και διαχειρίστρια την Εθνική Τράπεζα. Από την αναδιάρθρωση αυτή απέφυγε να καταβάλει ποσό 3.495.590 ευρώ μέσα στη χρήση του 2016. Επίσης, τον Μάρτιο του 2016 συνήψε νέο μακροπρόθεσμο δάνειο με την Τρ. Αττικής, διάρκειας 9 ετών, ύψους 1,1 εκατ. ευρώ, όπου συγκεντρώθηκαν ισόποσες υφιστάμενες βραχυπρόθεσμες δανειακές οφειλές προς τη συγκεκριμένη τράπεζα.

Ο βασιλιάς της ομορφιάς μιλά ελληνικά

Μπορεί η είδηση της συνάντησης του πρωθυπουργού με τον CEO της L’Oreal στο Παρίσι να άφησε πολλά αναπάντητα ερωτήματα, όμως η ειδική σχέση του Ζαν-Πολ Αγκόν με την Ελλάδα ρίχνει τουλάχιστον κάποιο φως σε αυτό το μυστήριο. Ο 60χρονος μάνατζερ, που σήμερα διοικεί μια πολυεθνική με ετήσιο τζίρο 25 δισ. ευρώ και σχεδόν 83.000 υπαλλήλους, πήρε το βάπτισμα του πυρός στις θέσεις ευθύνης στην Ελλάδα. Ηταν μόλις 24 χρόνων όταν, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανέλαβε γενικός διευθυντής της L’Oreal Ελλάδας και, όπως φαίνεται, στα τέσσερα χρόνια που παρέμεινε στην Αθήνα ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα. Δηλώνει λάτρης της Ελλάδας, μιλά και διαβάζει ελληνικά, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει και τη δική του «βάση» στην Αντίπαρο, το νησί που έχει γοητεύσει τους rich and famous του εξωτερικού.

Υστερα από αυτά, δεν μοιάζει και τόσο περίεργο που το αφεντικό της γαλλικής ομορφιάς έχει στρέψει τις κεραίες του προς την Ελλάδα. Αλλωστε, εάν η L’Oreal κατάφερε να γίνει ο μεγαλύτερος όμιλος καλλυντικών στον κόσμο, το οφείλει στην αγοραστική μανία της. Από τα 25 διεθνή brands που έχει στο χαρτοφυλάκιό της, μόνο εκείνο της L’Oreal αναπτύχθηκε εσωτερικά, ενώ όλα τα υπόλοιπα εξαγοράστηκαν. «Ο τρόπος της L’Oreal είναι να αγοράζει μικρές επιχειρήσεις που μπορούν να γίνουν πολύ μεγάλες», έχει πει ο Αγκόν. Και δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα της στρατηγικής αυτής από τη Maybelline, η οποία εξαγοράστηκε από τη L’Oreal το 1996, όταν ήταν ένα ακόμα αμερικανικό brand που πουλούσε καλλυντικά αξίας 300 εκατ. δολαρίων τον χρόνο. Σήμερα, η Maybelline είναι το Νο 1 brand παγκοσμίως στην αγορά της, με ετήσιες πωλήσεις που ξεπερνούν τα 2 δισ. δολάρια.

Ο Αγκόν δεν σταματά ποτέ να ψάχνει για πιθανούς στόχους εξαγοράς, καθώς κάθε deal που κλείνει τον φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στον φιλόδοξο στόχο του να… κερδίσει ένα δισεκατομμύριο γυναίκες. Ο Γάλλος CEO έχει δεσμευτεί να διπλασιάσει την πελατειακή βάση της L’Oreal στα 2 δισεκατομμύρια άτομα μέσα στα επόμενα 10-12 χρόνια.

Για να το κάνει, θα πρέπει να ξεπεράσει τις αντιξοότητες που μοιάζουν να τον κυνηγούν, προσδίδοντάς του τη φήμη του «γκαντέμη». Ο Αγκόν ήταν επικεφαλής της γερμανικής L’Oreal το 1994, όταν η χώρα πάλευε με την επανένωση, και το 1997 είχε μεταφερθεί στην Ασία, πάνω στην ώρα για την Ασιατική Κρίση. Το καλοκαίρι του 2001 ανέλαβε επικεφαλής της L’Oreal USA, λίγο πριν από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. «Εφτασε να γίνει ανέκδοτο ότι όπου τον έστελνα χτυπούσε μια κρίση», έχει πει για εκείνον ο προκάτοχός του, Λίντσεϊ Οουεν-Τζόουνς. Ο ίδιος δεν θεωρεί ότι υπήρξε άτυχος, αλλά μάλλον τυχερός, αφού η εμπειρία του στις κρίσεις του επέτρεψε να κρατήσει σταθερά το τιμόνι της L’Oreal κατά το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κραχ του 2008 και την ύφεση που ακολούθησε. Παρότι είχε μόλις δύο χρόνια στη θέση του CEO, αποδείχθηκε πολύ καλά προετοιμασμένος για να ξεπεράσει αυτή την κρίση, αφού υπό τη δική του καθοδήγηση, η L’Oreal συνέχισε να επενδύει στα brands και να ενισχύει τις θέσεις της, την ώρα που οι ανταγωνιστές της εξαναγκάστηκαν σε υποχώρηση και περικοπές.

Παρότι είναι ξεκάθαρο ότι η L’Oreal γιγαντώθηκε υπό τον Αγκόν, εντούτοις έρευνες δείχνουν ότι το καλύτερα αμειβόμενο αφεντικό στον παγκόσμιο κλάδο των καταναλωτικών ειδών δεν αξίζει τα λεφτά του. Με ένα συνολικό πακέτο αμοιβών που υπολογίζεται στα 24,5 εκατ. ευρώ τον χρόνο, ο Αγκόν σκοράρει άσχημα στο δείκτη αμοιβών/επιδόσεις που κατάρτισε η επενδυτική τράπεζα Liberum, με την ανάλυση να καταλήγει ότι το διάσημο σλόγκαν «γιατί μου αξίζει» της L’Oreal δεν ευσταθεί στην περίπτωση του καλοπληρωμένου CEO της.

Μια ιστορία γεμάτη σκάνδαλα

Η L’Oreal ιδρύθηκε το 1909 από τον Εζέν Σιλέρ. Αυτός ο Γάλλος χημικός με καταγωγή από τη Γερμανία δημιούργησε μια σειρά από βαφές μαλλιών, αρχικά υπό την επωνυμία Aureale, που αποδείχθηκαν ιδιαίτερα δημοφιλείς ανάμεσα στους κομμωτές του Παρισιού. Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Σιλέρ είχε καταφέρει να επεκτείνει την επιχείρησή του ανά την Ευρώπη, ενώ οι βαφές του πωλούνταν ακόμα και στις ΗΠΑ. Ομως, η πραγματική γιγάντωση της L’Oreal ήρθε μεταπολεμικά, όταν η είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας τούς έδωσε σαφώς μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα.

Παρ’ όλα αυτά, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρώτο από μια σειρά σκανδάλων που έμελλε να σημαδέψουν την ιστορία της, όταν ο Σιλέρ ίδρυσε και χρηματοδότησε μια ακροδεξιά ομάδα που συνεργάστηκε με τους Ναζί και στήριξε τη φιλογερμανική κυβέρνηση του Βισί. Μετά τον πόλεμο, η L’Oreal προσέλαβε μέλη του κινήματος ως στελέχη της και η μοναχοκόρη του Σιλέρ, Λιλιάν, παντρεύτηκε έναν εξ αυτών.

Με τον θάνατο του πατέρα της, το 1957, η Λιλιάν Μπετανκούρ κληρονόμησε το ποσοστό του στη L’Oreal, με αποτέλεσμα να γίνει η πλουσιότερη γυναίκα της ιστορίας. Είναι, όμως, και ένα πρόσωπο που έχει προκαλέσει πολλούς «μπελάδες» για τον Αγκόν, πρωταγωνιστώντας σε σκάνδαλα που έφτασαν να ταρακουνούν μέχρι και το Μέγαρο των Ηλυσίων. Το 2010, συνομιλίες τις οποίες είχε μαγνητοφωνήσει κρυφά ο μπάτλερ της αποκάλυψαν ότι η 94χρονη σήμερα κληρονόμος χρησιμοποιούσε μυστικούς λογαριασμούς στην Ελβετία για να φοροδιαφεύγει και χρηματοδοτούσε κάτω από το τραπέζι την προεκλογική καμπάνια του Νικολά Σαρκοζί. Εναν χρόνο αργότερα, γαλλικό δικαστήριο την έκρινε ανίκανη και αποφάσισε να αναθέσει την κηδεμονία της περιουσίας της στην κόρη και στα εγγόνια της. Η υπόθεση ήταν αποτέλεσμα των αποκαλύψεων ότι η Μπετανκούρ είχε πέσει θύμα της γοητείας του φωτογράφου Φρανσουά-Μαρί Μπανιέ, ο οποίος την έπεισε να του κάνει «δώρα» συνολικής αξίας 1,3 δισ. ευρώ, όπως ασφάλειες ζωής εκατοντάδων εκατομμυρίων και πανάκριβα έργα τέχνης των Πικάσο και Ματίς.

Από την εφημερίδα “Επένδυση”