Του Διονύση Ζακυνθινού

 

 

Υπήρξε μια εποχή που τα περιοδικά με τα σταυρόλεξα ήταν στις δόξες τους. Καθώς τότε δεν υπήρχε το διαδίκτυο και ο κόσμος δεν ήταν απορροφημένος από την οθόνη ενός υπολογιστή, τα έντυπα αυτά πρόσφεραν μια ουσιαστική επιλογή για να περνάς ευχάριστα τον ελεύθερο χρόνο σου, ακονίζοντας παράλληλα το μυαλό σου.  Όχι ότι δεν υπάρχουν και σήμερα, απλώς δεν γνωρίζουν τις πιένες του παρελθόντος.

Το περιεχόμενο τους ήταν ανέκαθεν ίδιο και απαράλλαχτο. Και εκτός από τους διάφορους τύπους σταυρολέξων (Κλασικό, Αμερικανικό, Σκανδιναβικό κ.α.), είχαν στη γκάμα τους και μια σειρά από κουίζ. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονταν και τα λεγόμενα αστυνομικά προβλήματα, στα οποία έπρεπε να εξυγιάνεις σαν ντετέκτιβ ένα φόνο, μια ληστεία.

Όσοι αρέσκονταν στην προσπάθεια να τα επιλύσουν, ιδιαίτερη έμφαση έδιναν στα σκίτσα που τα συνόδευαν. Διότι ήταν, συνήθως, μια πινελιά, μια ανεπαίσθητη λεπτομέρεια που με βοηθό την απαιτούμενη  παρατηρητικότητα συντελούσε στην εξιχνίαση του μυστηρίου.

Δεν γνωρίζουμε εάν η 36χρονη λογίστρια των Αρσακείων Σχολείων της Πάτρας, που κατηγορείται για το στήσιμο της γνωστής ληστείας – «μαϊμού» , προσπάθησε ποτέ να επιλύσει σε ένα περιοδικό σταυρολέξων έναν αστυνομικό γρίφο. Αλλά ο τρόπος που λειτούργησε είχε πολύ χαμηλότερο μέγεθος δυσκολίας, ως υπόθεση, ακόμη και για έναν αναγνώστη – λύτη των προαναφερόμενων εκδόσεων.

Ως εκ τούτου, μπορούμε να εικάσουμε ότι στο άκουσμα της αρχικής είδησης για τη «ληστεία» που κατήγγειλε, θα κίνησε τις υποψίες πολλών ότι η ίδια συμμετείχε στο… κόλπο. Και εννοείται ότι με γνώμονα την εν λόγω συλλογιστική η εξιχνίαση του τι ακριβώς συνέβη ήταν παιχνιδάκι για την Αστυνομία, χωρίς βέβαια αυτό να ακυρώνει την επιτυχία της που ήλθε μέσα σε ελάχιστες ώρες.

Είναι η απόγνωση από ένα προσωπικό αδιέξοδο που οδηγεί συχνά ανθρώπους της καθημερινότητας, της διπλανής πόρτας, στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που δεν συνάδουν κατά βάθος με την ιδιοσυγκρασία τους και με την ψυχοσύνθεση τους.

Γι’ αυτό και οι περισσότεροι απ’ αυτούς που παραβιάζουν τα όρια της νομιμότητας δρουν με μια χαρακτηριστική αφέλεια, με μια έλλειψη ψυχραιμίας που τους προδίδει με ευκολία, ναρκοθετώντας έτσι την υπόλοιπη ζωή τους.

Διότι πέραν των ποινικών ευθυνών με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι, πληρώνοντας με την ετυμηγορία της Δικαιοσύνης το σχετικό τίμημα, η κοινωνική απαξίωση που εστιάζεται κυρίως στον περίγυρο τους είναι μια ακόμη σημαντική συνέπεια, επίσης διόλου ευκαταφρόνητη.

Εάν κι εφόσον η 36χρονη πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας καταδικαστεί και φυλακιστεί, θα έχει άπλετο χρόνο σε κάποιο κελί ώστε να ασχοληθεί με το λύσιμο σταυρολέξων και αστυνομικών υποθέσεων, υπό τη μορφή κουίζ, που φιλοξενούν τα περιοδικά του είδους.

Και σε μια τέτοια περίπτωση θα αντιληφθεί και θα συνειδητοποιήσει και η ίδια γιατί το εγχείρημα της ήταν καταδικασμένο, εκ των προτέρων, σε αποτυχία.

Πηγή: https://zakpatras.wordpress.com